Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Ένα βαλκανικό γουέστερν που δεν πρέπει να χάσετε!






Ένα σχόλιο για τον αντιτσιγγανισμό στα Βαλκάνια με αφορμή την Ρουμανική ταινία του  Ράντου Γιούντε Aferim
 
Το φεστιβάλ κινηματογράφου διανύει την δεύτερη του μέρα  με τον καιρό να βοηθάει για βόλτες  εξορμήσεις στο λιμάνι και φυσικά για πολλές ταινίες. Το φεστιβάλ ξεκίνησε δυναμικά με γνωστές και καλές ταινίες  με αποτέλεσμα πλήθος κόσμου να κάνει ουρές έξω από τις αίθουσες σε ταινίες sold out σε κάθε προβολή τους. 

 


Μια από αυτές  η ταινία Aferim που κέρδισε δικαίως κατά την γνώμη μου  την Αργυρή Άρκτο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου είναι μια ταινία  που πατάει σε μια πολύ πρωτότυπη ιστορία που δύσκολα συναντάμε στον κινηματογράφο και κάνει ένα σχόλιο για το χτές και το σήμερα των Βαλκανικών χωρών με τους αλλεπάλληλους πολέμους, τις κοινές διαδρομές και ρίζες και την κοινή ιστορική μνήμη από πολύ πριν την Οθωμανική  αυτοκρατορία και μέχρι σήμερα.  Πρόκειται   στην ουσία για ένα ασπρόμαυρο  Βαλκανικό γουέστερν σαν ένα άλλο Jango  που εκτυλίσσεται όχι στην άγρια Δύση αλλά  στην Μολδοβλαχία,  με το χιούμορ και την απαραίτητη σπιρτάδα,  βασισμένο όμως  σε πραγματικά γεγονότα, καταγραφές  και μαρτυρίες τις εποχής με σχεδόν αυτούσιους αληθινούς διαλόγους  που παρά το είναι δοσμένοι  με αρκετή ελαφρότητα για να εξομαλυνθεί η βία δεν παύουν να δημιουργούν τροφή για πολύ σκέψη.                                   Βρισκόμαστε  στην Ρουμανία του 19ου αιώνα  περίπου στα 1830. Ένας αστυνομικός της εποχής εκείνης  ο Κονσταντιν μαζί με τον λίγο αφελή και καλοκάγαθο γιό του γυρίζει στην επικράτεια αναζητώντας έναν τσιγγάνο σκλάβο ενός Βοεβόδα που έχει δραπετεύσει αφού έχει διαπράξει κλοπή και ατίμασε την γυναίκα του . Μέσα από την περιπλάνηση των δύο ηρώων και την σχέση τους με τον τσιγγάνο περνάει από την οθόνη όλη η άγνωστη  εκείνη περίοδος των Βαλκανίων με τις δεκάδες φυλές να μετακινούνται στην παρακμάζουσα Οθωμανική αυτοκρατορία  ενώ έχει ξεκινήσει η Ελληνική επανάσταση.  Μια  εποχή σκοτεινή που ο πλούτος, η παραβατικότητα, οι σωστές γνωριμίες , η εξουσία  και τα συμφέροντα κυριαρχούσαν και ήταν το μοναδικό όπλο ενάντια σε μια ζωή γεμάτη αστάθεια που τα δεδομένα της άλλαζαν γρήγορα με τα χρόνια. Η ταινία παρουσιάζει μια περίοδο της ιστορίας του τσιγγάνικου λαού άγνωστη στους περισσότερους κάνοντας ένα σχόλιο για τον αντιτσιγγανισμό ,για τις προκαταλήψεις και τον απάνθρωπο τρόπο μεταχείρισης και  μετέπειτα χειραγώγησης των τσιγγάνων από τους προύχοντες και τους χριστιανούς. Μια  ιστορία που είναι σαν ένα καλά κρυμμένο μυστικό που κάνεις δεν μιλάει γ αυτό μιας και με το πέρασμα του χρόνου η εκκλησία  και όλοι οι λαοί εκμεταλλευόμενοι ίσως και το γεγονός ότι οι τσιγγάνοι δεν έχουν την δική τους ολοκληρωμένη γραπτή ιστορία εξιλεώθηκαν για τα δικά τους  κρίματα  εκχριστιανίζοντας τον τσιγγάνικο λαό. 
 
Οι  Οθωμανοί αν και έχουν μείνει στην ιστορία ως οι πιο βίοι γείτονες μας, αντιμετωπίζανε τους τσιγγάνους  με αρκετή χαλαρότητα αφήνοντας τους να ταξιδεύουν στην αυτοκρατορία και να εξασκούν τα επαγγέλματα τους που ήταν και πολύ χρήσιμα την εποχή εκείνη αρκεί να πληρώνουν τους φόρους και τα χαράτσια , αυτό ήταν που ενδιέφερε περισσότερο τους τότε σουλτάνους και τους άρχοντες.  Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν δραματικά για τους  τσιγγάνους αρχικά  της Μολδαβίας και τις Βλαχίας όταν αυτές έγιναν ανεξάρτητες ηγεμονίες. Εκεί γράφτηκε ένα από τα τραγικότερα κεφάλαια της τσιγγάνικης ιστορίας μιας και οι Ρομά μετατράπηκαν συστηματικά σε δούλους. Οι πρώτες ιστορικές αναφορές  τη εποχής και τα έγγραφα που σώζονται αναφέρονται σε τσιγγάνους που  είχαν μετατραπεί σε δούλους των ηγεμόνων και τον μοναστηριών.  Παρ όλο που οι  ηγεμονίες της Βλαχίες και Μολδαβίας ήταν χριστιανικές οι μέθοδοί και ο τρόπος αντιμετώπισης των τσιγγάνων κάθε άλλο παρά χριστιανικός θα μπορούσε να ονομαστεί. Οι καλόγεροι θεωρούσαν τους τσιγγάνους παιδιά του διαβόλου, τους έλεγαν μαύρα κοράκια και η ζωή τους γ αυτούς δεν είχε καμία αξία. Και ενώ οι τσιγγάνοι πλήρωναν ετήσιους φόρους υποτέλειας και γυρνούσαν από τόπο σε τόπο ασκώντας τα κλασικά τους επαγγέλματα του σιδερά, κλειδαρά, τενεκετζή, αρκουδιάρη,  μουσικού, του εργάτη γής, χωρίς να ενοχλούν κανέναν βοηθώντας μάλιστα στην εμπορική ανάπτυξη των επαρχιών  άρχισαν  να είναι  ολοένα και περισσότερο απαραίτητοι σαν εργατικά χέρια για τους ακτήμονες και τα μοναστήρια. Έτσι για να   τους εμποδίσουν να φύγουν τους μετέτρεψαν με ειδικούς νόμους και διατάγματα σε δούλους. Οι τσιγγάνοι ήταν πλέον υπο την ιδιοκτησία του κράτους και ανήκαν στα μοναστήρια τα οποία μπορούσαν να τους πουλήσουν να τους χαρίσουν να τους ανταλλάξουν ακόμα και να τους σκοτώσουν η να τους βασανίσουν. Οι καλόγεροι επέδειξαν μεγάλο μίσος στο πρόσωπο των τσιγγάνων με πολλούς βασανισμούς, τους είχαν να ζουν και να δουλεύουν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Τα  σπίτια τα κτήματα τα μοναστήρια οι εκκλησίες της εποχής είναι φτιαγμένες με τσιγγάνικο αίμα και ιδρώτα.  Ότι έχει απομείνει και αποτελεί κληρονομιά της εκκλησίας και του κράτους φτιάχτηκε από δούλους εργάτες. Πολλοί από αυτούς θέλησαν να βαπτιστούν και να γίνουν χριστιανοί με την ελπίδα ότι θα τύχουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης όντας πλέον χριστιανοί. Η ελευθερία των τσιγγάνων στην Μολδοβλαχία αποκαταστάθηκε μόλις το 1856. Η μοίρα τους στις άλλες περιοχές της Ευρώπης ήταν λίγο πολύ παρόμοια . Υπέστησαν  πολλές διώξεις και βασανισμούς με τραγική κατάληξη το Ολοκαύτωμα των Ρομά γνωστό και ως Porajmos (καταστροφή) η Samudaripen(μαζική δολοφονία), από τους Ναζι και την μεταφορά στα ναζιστικά στρατόπεδα με σκοπό τα πειράματα και τον μαζικό θάνατο. (βλέπε http://parallaximag.gr/parallax-view/mia-xechasmeni-genoktonia/ ) Η αδικία στο πρόσωπο τους  συνεχίστηκε για πάρα πολλά χρόνια  με πιο πρόσφατα τα γεγονότα στον πόλεμο της πρώην  Γιουγκοσλαβίας φτάνοντας στο σήμερα που ο αντιτσιγγανισμός τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις  είναι πολύ έντονα σε πολλές περιοχές των Βαλκανίων όπως και στην Ελλάδα με πολλά κρίσιμα ζητήματα να μην έχουν βρει την λύση τους.
Μ αυτήν την τολμηρά πρωτότυπη ιδέα καταπιάνεται ο Ρουμνος σκηνοθέτης Ράντου Γιούντε, με μεγάλη αληθοφάνεια ως προς την ιστορική αλήθεια  και τους χαρακτήρες  σκιαγραφώντας πιστά το μωσαϊκό  του Βαλκανικού «αχταρμά» και τον αναβρασμό  της εποχής, δίνοντας μια ταινία  που μπορεί να φαντάζει ρετρό, λίγο επαρχιώτικη, ένα μείγμα πατριωτικής ταινίας εποχής και σπαγγέτι γουέστερν, μια ξεπερασμένη ιστορία μιας άλλης εποχής που γίνεται  όμως τρομερά επίκαιρη και σημαντική σχολιάζοντας την εξουσία την αδικία τα πολιτικά παιχνίδια τον συντηρητισμό την υποκρισία, τον ρόλο των θρησκειών στο τότε και το σήμερα. 



 πρώτη δημοσίευση http://parallaximag.gr/sinema/ena-valkaniko-gouestern-pou-den-prepi-na-chasete/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου