Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Οι ζωές των άλλων: Βίος και πολιτεία του Δημήτρη Τσιάλα



Είχα διαβάσει  πριν χρόνια ένα από τα βιβλία του «Τα αλάνια του Βαρδαρίου» και είχα ενθουσιαστεί. Δεν  ήταν το μοναδικό βιβλίο του που μου άρεσε. Είχα κάνει μια απόπειρα να τον βρω και να τον γνωρίσω. Πέρασαν 2-3 χρόνια και παρά τις προσπάθειες δεν κατάφερα τίποτα, μέχρι που ένα απόγευμα  ήρθε από μόνος του μπροστά μου και έμελλε η γνωριμία να καταλήξει σε μια πολύ καλή φιλία. Και πού αλλού θα μπορούσα να είχα συναντήσει έναν συγγραφέα που περιγράφει με τόση γλαφυρότητα τα αλάνια; Μα στον Βαρδάρι φυσικά.  Αυτός είναι ο αγαπητός μου φίλος Δημήτρης Τσιάλας, ένας συγγραφέας όχι και τόσο γνωστός,  μάλλον λίγο αδικημένος που σίγουρα αξίζει τον κόπο η πόλη της Θεσσαλονίκης να τον ξανανακαλύψει. 

Από Γιώργος Τσιτιρίδης 


 

 

IMG_6455
Πού γεννήθηκες και μεγάλωσες ;
Γεννήθηκα το 1936 στην Κασσάνδρεια που τότε την λέγανε Βάλτα.  Ο πατέρας μου ήταν κτηματίας, γεωργός και η μάνα μου νοικοκυρά.  Ήμασταν επτά αδέλφια , εγώ ήμουν ο προτελευταίος. Πήγα στο δημοτικό σε ηλικία 4 ετών, γιατί είχα τον νουνό μου που ήταν δάσκαλος και διευθυντής  στο σχολείο , αργότερα έγινε και δήμαρχος. Αυτός ήρθε μια μέρα όταν ήμουν 4 ετών στο σπίτι και με βλέπει να γράφω και να διαβάζω και λέει «καλά εσύ τόσο μικρό, βρε παρτσακλό, ξέρεις και διαβάζεις;». Εμένα μου τα έμαθε η μικρή μου η αδελφή που ήταν άριστη μαθήτρια. Ο νονός μου μ’ έβαλε να του διαβάσω κάτι και να γράψω και μου λέει « Αύριο θα έρθεις στο σχολείο να σε γράψω στην πρώτη τάξη». Πήγα λοιπόν τελείωσα και δίνω εξετάσεις για το γυμνάσιο που ήταν εξατάξιο τότε περνάω με την πρώτη και παίρνω στα 17 το απολυτήριο γυμνασίου με άριστα.  Δίνω στην Φιλοσοφική και περνάω και εκεί με την πρώτη. Εγώ προετοιμαζόμουν για ιατρός ήθελα να πάω στην στρατιωτική ιατρική. Επειδή όμως ο μεγάλος μου αδελφός ήταν στην ΕΠΟΝ με είχαν με ένα Ε με  ερωτηματικό, δηλαδή εθνικόφρων, και με απέρριψαν. Βρίσκω ένα φίλο στο δρόμο που προοριζόταν για φιλολογία και το είχε ψάξει και μου λέει «δώσε φιλολογία εσύ μ’ αυτά που ξέρεις θα περάσεις και χωρίς φροντιστήριο». Και πράγματι πέρασα, ήμουν ο 36ος από τους 120 που πήραν εκείνη την χρονιά. Στη φιλολογία είχα τέτοια επιτυχία, που στα προφορικά για να πάρω το πτυχίο η επιτροπή των 3 καθηγητών που τους λέγαμε η αγία τριάδα – Κακριδής, Καψωμένος (που εμείς τον λέγαμε ο αμίλητο γιατί δεν μιλούσε πολύ) και ο Τσομπανάκης, ένας χιουμορίστας, ενθουσιάστηκαν μαζί μου. Ο αμίλητος μου λέει «Που ήσουν Τσιάλα και δεν σε πήραμε τόσο καιρό χαμπάρι». Ο ίδιος ο Κακριδής μου πρότεινε να γίνω βοηθός του στη θέση του Μαρωνίτη που θα γινόταν καθηγητής. Εγώ όμως δεν δέχτηκα και του είπα ότι θέλω να δουλέψω στα χωριά, εκεί που μεγάλωσα και εγώ, και να διδάξω σε εκείνα τα παιδιά που είναι απομονωμένα και μου έδωσε συγχαρητήρια γι’ αυτό .
Και τελικά τι έκανες μετά τις σπουδές;
Ξεκίνησα να δουλεύω πρώτα σε ιδιωτικά σχολεία. Πήρα το πτυχίο Πέμπτη και το Σάββατό έρχεται ο ιδιοκτήτης του ιδιωτικού σχολείου  της Καλλικράτειας που με βρήκε μέσα από το Πανεπιστήμιο και μου πρότεινε να πάω τη Δευτέρα να αναλάβω το πρόγραμμα ενός καθηγητή που είχε διοριστεί και έφυγε. Πήγα εκεί, δούλεψα ως καθηγητής και γενικά έψαχνα σχολεία στα οποία θα μπορούσα να απασχοληθώ μέχρι να πάω φαντάρος.  Την επόμενη χρονιά πήγα στην Κατερίνη. Ήταν μακριά από τη Θεσσαλονίκη δεν μπορούσα να πηγαινοέρχομαι και έτσι νοίκιασα δωμάτιο σε μια βλάχα. Δούλεψα και σε ένα σχολείο στην Χαλάστρα και μετά πήγα φαντάρος.
IMG_6461
Πώς ήταν ο στρατός για σένα;
Θα μπορούσε να είναι άσχημα τα πράγματα γιατί με απέκλειαν από πολλά πράγματα, αν και με πτυχίο και γραμματιζούμενος, γιατί εκτός  από το Ε – εθνικόφρων ο φάκελος μου έλεγε «διέμενε ως φοιτητής εις την οικία της αμετανοήτου κομμουνίστριας Μαγδαληνής Αλεξίου», η οποία ήταν θεία μου για την οποία έγραψα ένα βιβλίο την βιογραφία της με τίτλο «Μαγδαληνή η αγία κομουνίστρια». Βλέπει λοιπόν ο Κάρολος Μητσάκης, που αργότερα έγινε καθηγητής πανεπιστημίου, ότι με απέκλειαν από παντού, μου στέλνει ένα γράμμα στην Κόρινθο που ήμουν και μου προτείνει να με πάρει μαζί του σε ένα γραφείο στο πεντάγωνο στην Αθήνα. Δέχτηκα. Έμεινε ο διοικητής κόκκαλο, σου λέει πως στο διάολο τα κατάφερε αυτός να φτάσει στο Πεντάγωνο. Όταν ο Μητσάκης Εκεί πήγα στο μεγάλο γραφείο  και υπηρέτησα ως βοηθός.  Εγώ  έγραφα τα πάντα  του πενταγώνου αλλά λίγο αργότερα επειδή ο Κάρολος ήξερε πολύ καλά τα αγγλικά τον πήγανε στο Αμερικάνικο κλιμάκιο στην Σμύρνη  και τον παρακάλεσα αφού θα έφευγε να με στείλει Θεσσαλονίκη να είμαι κοντά στην οικογένεια μου και πράγματι μ έστειλε στο 3ο σώμα στρατού. Εκεί έμεινα ένα 6μηνο και πηγαίναμε στην επαρχία να εξετάσουμε τα παιδιά που περνούσαν περιοδεύον. Εγώ είχα αναλάβει το γλωσσικό κομμάτι να γράφω, να βάζω βαθμολογίες και να κρατάω σημειώσεις. Γινότανε μεγάλος τζερτζελές και χαβαλέ. Θυμάμαι και το γράφω και στα βιβλία μου ένα περιστατικό που ο γιατρός τους ξεγύμνωσε όλους και ένας δεν ήθελε να βγάλει το βρακί  του γιατί είχε στύση και είχε και μια μεγάλη ψωλή.  Παίρνω και εγώ ένα καμουτσίκι που είχε ο γιατρός του δίνω μια εκεί μπροστά και του έπεσε η ψωλή και έβγαλε το βρακί. Όταν  τελικά απολύθηκα διορίστηκα για πρώτη φορά ως προσωρινός καθηγητής  στην Ορεστιάδα.
Δουλεύοντας γύρισες πολλά μέρη της Μακεδονίας και της Θράκης…
Ναι αυτό μου άρεσε πολύ και αυτό ήθελα να κάνω. Στην Ορεστιάδα νοίκιασα ένα σπίτι στην άκρη της πόλης. Το  είχε μια χήρα και η κόρη της. Η  κόρη της ερχότανε κάθε βράδυ κρυφά από την μάνα της στο δωμάτιο και με τα πολλά μένει έγκυος. Ο παπάς μας λέει ας γεννήσει πρώτα και θα σας στεφανώσω μετά. Όταν λοιπόν η Ελένη γέννησε δύο δίδυμα κοριτσάκια έπαθε ακατάσχετη αιμορραγία και την επόμενη μέρα πέθανε. Και μένω εγώ με δύο μωρά και την πεθερά, δεν ήξερα τι να κάνω. Αλλά αυτή ήταν μια πολύ τσαμπουκαλού, μου λέει μην στεναχωριέσαι εγώ θα αναλάβω να τα μεγαλώσω τα μικρά. Το μόνο που θέλω από σένα είναι να γράψω τα παιδιά στο όνομα του άντρα μου του μακαρίτη να μην χαθεί το σόι, να συνεχιστεί το όνομα γιατί εμείς άλλα παιδιά δεν έχουμε. Πήγα στον Γυμνασιάρχη, έναν κωλοπετσωμένο Πειραιώτη, του τα λέω όλα και μου λέει «θα δεχτείς όλα όσα σου ζητάει γιατί αν μάθουν από το υπουργείο ότι ένας προσωρινός – δεν είχα μονιμοποιηθεί ακόμα – έκανε εξώγαμα θα σε απολύσουνε». Και αναγκάστηκα να το δεχτώ και δεν το μετάνιωσα. Αυτά μεγάλωσαν σιγά σιγά, εγώ έμεινα 3 χρόνια εκεί πριν πάρω μετάθεση και πάντα σε διακοπές κσι άδειες έτρεχα να τα δω. Τώρα οι κόρες μου είναι 50 ετών παντρεύτηκαν και έχουν και από δυο παιδιά, έχω δηλαδή και εγγόνια.
Από κει στο Χέρσο στο Κιλκίς, 4 χρόνια,  και μετά στη Νέα Μεσημβρία. Ήταν η Χούντα τότε και είχαν διώξει όσους είχαν διοριστεί μέσα στην πόλη με ρουσφέτια και τους πήγαν στα χωριά με αποτέλεσμα να είμαστε 7 φιλόλογοι σε ένα σχολείο με 3 τάξεις. Άρχισαν λοιπόν οι αποσπάσεις και εμένα με στείλανε στο 2ο Αρένων και για να συμπληρώνω ώρες πήγαινα και στο νυχτερινό.  Μετά δούλεψα στο 1ο θηλέων στο 2ο θηλέων και στο Γυμνάσιο της Τούμπας. Από 2-3 χρόνια σε κάθε σχολείο.  Παίρνω προαγωγή γίνομαι βοηθός γυμνασιάρχη και με στέλνουν στο γυμνάσιο Αρένων στης Σέρρες και μετά στο 1ο Θηλέων πάλι Σέρρες και από εκεί παίρνω προαγωγή γίνομαι γυμνασιάρχης και με στέλνουν σε ένα χωριό της Κοζάνης την Ξηρολίμνη. Στην Κοζάνη πέρασα πολύ καλά. Γνώρισα τον αστυνομικό του χωριού αυτός με προστάτευε και με πρόσεχε. Όταν είχε χιόνι ερχόταν με το δικό του υπηρεσιακό αυτοκίνητο άνοιγε δρόμο για να περάσω με το αμάξι να πάω σπίτι. Και εγώ του μάθαινα ορθογραφία γιατί ενώ είχε τελειώσει το γυμνάσιο δεν ήξερε ορθογραφία. Τελικά ένας σύμβουλος Κοζανίτης με είχε συμπαθήσει πάρα πολύ και με βοήθησε να πάω στην πατρίδα μου, τη Σιθωνία να αναλάβω το γυμνάσιο το οποίο ήταν και νεοϊδρυθέν και ήμασταν πάντα απογευματινοί και πρωινό το δημοτικό. Μετά ήρθα πιο κοντά στη Θεσσαλονίκη, στην Αλεξάνδρεια.  Μέχρι που ήρθε μια εντολή του υπουργείου τότε που έλεγε ότι όσοι έχουν 25 χρόνια ενεργοί στην υπηρεσία και έχουν και μια ηλικία μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για μειωμένη σύνταξη και έτσι έγινα συνταξιούχος. Βιαζόμουν πολύ εγώ γιατί ήθελα να κάνω άλλα πράγματα.
IMG_6432
Τι ήθελες να κάνεις;
Επειδή είχα και ωραία φωνή και στο σχολείο ήμουν συνέχεια στις χορωδίες είχα μεράκι με το τραγούδι ήθελα να τραγουδήσω και όντως τα κατάφερα ένα χρόνο δούλεψα στις Χάντρες ένα μαγαζί στην Αναγεννήσεως και μετά 10 χρόνια σε ένα νυχτερινό κέντρο στην Χαλκηδόνα.
Πώς έγινε αυτό ;
Μια μέρα στην λαϊκή βλέπω ένα τσιγγανάκι να παίζει καταπληκτικό κλαρίνο να κάνει κάτι φοβερά γυρίσματα. Του λέω εγώ τότε ότι τραγουδάω και με ενδιαφέρει να κάνω ένα cd με παραδοσιακά τραγούδια και έντεχνα και μου λέει «εγώ δεν τα ξέρω αυτά εγώ μόνο τα δικά μας ξέρω». Του λέω θα στα μάθω εγώ. Τελικά μου λέει αν είσαι τραγουδιστής να σου δώσω το τηλέφωνο του Νίκου του μπουζουξή εκεί μ αυτόν τραγουδάει και ένας εξάδελφός μου. «Μας έφυγε ένας τραγουδιστής αυτός που έκανε το άνοιγμα και έλεγε τα ελαφρά και ψάχνουμε αυτό το διάστημα. Έλα την Δευτέρα από το σπίτι μου γιατί κάθε Δευτέρα μαζευόμαστε και κάνουμε πρόβες και θα είναι και ο κύριος Θωμάς εκεί ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού», μου λέει ο Νίκος. Πήγα εκεί τους είπα καμιά δεκαριά τραγούδια, «τα λές πολύ ωραία αλλά λίγο σιτεμένος δεν είσαι;», παρατήρησαν. Η κομμώτρια της μικρής αδελφής μου μου είπε να φορώ φιμέ γυαλιά να μην φαίνονται οι σακούλες κι ένα μέικ απ και λίγη πούδρα από πάνω να είναι λείο το δέρμα. Παραγγέλνει και μια περούκα από τον Αλεξ σγουρή να πέφτει μέχρι μπροστά στα μάτια και πίσω να κάνει χαίτη και χτυπάω την πόρτα του Νίκου. «Τι θέλει ο νεαρός;», μου λέει και όταν κατάλαβαν ότι είμαι εγώ ο κυρ Θωμάς χοροπήδησε από την χαρά του. Και έτσι έμεινα στο μαγαζί του για 10 ολόκληρα χρόνια αλλά ύστερα σιγά σιγά με την οικονομική κρίση το έκλεισε το μαγαζί, έπαθε και εγκεφαλικό έζησε δύο μήνες και πέθανε. Τον είχα σαν πατέρα μου.
 Τι  γινότανε στο μαγαζί ;
Χαμός, είχα μεγάλη επιτυχία.  Έλεγα Χατζιδάκι και τέτοια, έβγαινα πρώτος έλεγα τα τραγούδια που έλεγε η Χαρούλα Αλεξίου και αφού τελείωνα έπρεπε να πάω στο γραφείο του κυρ Θωμά να με κεράσει καφέ να μου πει τις ταλαιπωρίες που τράβηξε μέχρι να έρθουνε Ελλάδα και άλλες ιστορίες από την πατρίδα του  και στο τέλος να του πω δυο αμανέδες. Ο Θωμάς ξεκίνησε από την Αίγλη που ήταν κάποτε σινεμά και έκλεισε. Το  πήρε έβαλε ένα πάλκο και ο κόσμος καθότανε στις θέσεις του σινεμά και έβλεπε, δεν είχε τραπέζι με φαγητό να φάνε, να πιούνε, απλά ακούγανε.
Και μέσα σε  όλα αυτά το γράψιμο πώς ξεκίνησε ;
Το γράψιμο ξεκίνησε πιο νωρίς …είχα βγει βέβαια στην σύνταξη. Συναντάω μια μέρα στο δρόμο τον Χριστιανόπουλο που έμενε λίγο παραπάνω από μένα. Με ρώτησε αν γράφω τίποτα. Του λέω ότι γράφω και μου είπε να του τα πάω. Ήταν το πρώτο μου βιβλίο «Τα παιδικά χρόνια του Δήμου» που του άρεσε πολύ έκανε την επιμέλεια και το εξέδωσε. Εγώ δεν ήξερα πολλά από  εκδότες και όταν ετοίμασα «Τα Αλάνια του Βαρδαρίου»  μου προτείνει να πάω στον Αρχέλαο Κουτσούρη, που είναι καλό παιδί. Όντως καλό παιδί αλλά αυτός δεν ήταν πραγματικός εκδότης. Δεν είχε μαγαζί, αναλάμβανε επι χρήμασι να βγάζει βιβλία και ούτε παρουσιάσεις έκανε, ούτε προωθούσε τα βιβλία που έβγαζε.
IMG_6427
Το πιο γνωστό σου βιβλίο, ίσως λόγω θεματολογίας, είναι «Τα αλάνια του Βαρδαρίου». Πώς ξεκίνησες να γράφεις τις ιστορίες τους;
Ξεκίνησα από την ίδια τη ζωή. Τα αλάνια είναι όλα πραγματικά. Υπήρχε μια πρακτική νυχτερινή σχολή που την είχε ο Γιώργος Καπλανίδης, φίλος μου από παλιά. Και ήρθε μια διαταγή από το υπουργείο ότι έπρεπε να βάλει έναν φιλόλογο να διδάσκει γλώσσα. Με πιάνει και μου το λέει μου το ζητάει σαν χάρη και πήγα. Είχα παιδιά με τις φόρμες εργασίας 18-19 ετών που πήγαιναν να μάθουν ηλεκτρολόγοι. Ό,τι λέξεις μάγκικες άκουγα, τις σημείωνα. Οι ιστορίες απ΄τα αλάνια είναι όλες αληθινές από εκείνη την περίοδο και τα παιδιά που γνώρισα.
Εσυ τώρα που κατεβαίνεις καμιά βόλτα στο Βαρδάρι, πάμε και πίνουμε καφέ πώς τον βλέπεις;
Τίποτα δεν έχει μείνει. Έχει αλλάξει τελείως. Καμιά σχέση όπως ήταν παλιά. Τότε υπήρχαν τα λεγόμενα κέντρα γνωριμιών η «Ευτυχία» η «Αγάπη» , τα σινεμά τα μπουρδέλα. Τα κέντρα γνωριμιών είχαν μια μικρή πίστα με μια υποτυπώδη ορχήστρα και πήγαινες μόνος για να βρεις παρέα. Σύχναζε κάθε καρυδιάς καρύδι, μπορούσε να βρεις όποιον ήθελες εκεί μέσα. Και στο δρόμο μπορούσες να ψωνιστείς στο δρόμο τότε τόσο εύκολο ήταν. Γινόταν πραγματικά χαμός. Ήταν απλά τα πράγματα. Εκείνα τα χρόνια οι κοπέλες ήταν πιο συνεσταλμένες. Τα αγόρια δεν βρίσκανε εύκολα, έπρεπε να πάνε στα μπουρδέλα, στις τραβεστί ή με λούγκρες που κάποιες δίνανε και χαρτζιλίκι. Τώρα δεν βλέπεις; Κλείσανε μέχρι και τα μπουρδέλα. Δεν υπάρχει η ανάγκη για σέξ. Το βρίσκεις παντού.
IMG_6437
Μίλησε μου για τα άλλα βιβλία σου.
Θα σου πω για τη Μαγδαληνή, τον Καπετάν Χάψα και το τελευταίο. Η Μαγδαληνή ήταν θεία μου, αδελφή της μάνας μου. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα μαμή και παιδίατρος. Ο παππούς μου είχε και μυαλό και λεφτά και την έστειλε να σπουδάσει. Ήταν αριστούχα παντού. Μάλιστα έλεγε ότι εγώ πήρα την εξυπνάδα της. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο έμεινα μαζί της. Αυτό βέβαια, όπως σου είπα, με σημάδεψε και στο φάκελο μου στο 5ο αστυνομικό τμήμα Εγνατίας έλεγε «ως φοιτητής γιατί διέμενε εις την οικίαν της αμετανοήτου κομμουνίστριας Μαγδαληνής Αλεξίου, που ήταν γιατρός. Η Μαγδαληνή δεν έπαιρνε λεφτά από φτωχές οικογένειες και την πήρανε χαμπάρι και ερχότανε από όλες τις συνοικίες. Κορδελιό , Εύοσμο και πήγαιναν τα μωρά τους να τα εξετάσει. Αυτοί οι άνθρωποι τη βγάλανε Αγία Κομμουνίστρια. Το χρησιμοποίησα αυτό το όνομα, ήξερα και την ζωή της και έγραψα το βιβλίο. Όταν κάποια στιγμή αρρώστησε την 9η μέρα μου λέει εγώ σε αποχαιρετώ γιατί αύριο θα πεθάνω. Μην ξεχνάς ότι είμαι γιατρός και ξέρω. Όντως την επόμενη μέρα πέθανε.
Ο Χάψας ήταν αρχηγός της επανάστασης του 1821 στην Χαλκιδική. Ήταν σερδάρης δηλαδή φύλακας στο Άγιο Όρος. Επειδή πήγαιναν τότε ληστές και λήστευαν τους καλόγερους είχαν φύλακες. Ήταν ένα παιδί ο Χάψας που από μικρός είχε σκοτώσει Τούρκους. Ήταν από την σημερινή Κρυοπηγή που τότε λεγότανε Ελληνικό. Παντρεύτηκε στη Συκιά έκανε και έναν γιο. Τον λέγανε Χάψα γιατί έχαφτε τους Τούρκους, σκότωσε πολλούς από αυτούς και σε μια τελευταία μάχη με 20.000 Τούρκους τον σκοτώσανε.
Το τελευταίο βιβλίο είναι το Μικρασιάτικο. Αν και δεν είμαι μικρασιατης έχω 3 γαμπρούς από την Μικρά Ασία.  Όποτε βρισκόμασταν και μιλούσαμε λέγανε ιστορίες για την πατρίδα τους και είχα μάθει από το πώς μιλάνε και πώς συμπεριφέρονται μέχρι τι φαγητά τρώνε και έτσι αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο και το έβαλα να εκτυλίσσεται όχι στην πόλη αλλά ανάμεσα Γκιούλμπαχτσέ και Σμύρνη. Έκανα μια φανταστική ιστορία μια κοπέλας πλούσιας που ερωτεύεται έναν νεαρό ενώ αυτήν την ερωτεύεται παράλληλα ένας άλλος. Η ιστορία έχει να κάνει με το να θα επικρατήσει τελικά ο παράς η ο σεβντάς.
Τραγουδάς ακόμα;
Ο Νίκος ο μπουζουξής που έχει καλές σχέσεις με τον Δεσπότη, όταν είναι να παντρευτεί κάποιο ζευγάρι Κυριακή και θέλει μια μικρή ορχήστρα να πει τα νυφιάτικα, μας φωνάζουν. Πάμε εμείς, ο λαουτέρης, το τουμπερλέκι, ο Νίκος και εγώ. Αν είναι Μικρασιάτες λέμε και μικρασιάτικα λέω και μερικά του Τσιτσάνη και του Βαμβακάρη. Είναι μια διέξοδος και αυτό γιατί εγώ το γουστάρω πολύ το τραγούδι.
IMG_6421

πρώτη δημοσιευση http://parallaximag.gr/parallax-view/zoes-ton-allon-vios-ke-politia-tou-dimitri-tsiala

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου